ΟΙ ΟΥΝΝΟΙ…

18 0

Οι Ούννοι ήταν νομαδική φυλή που γνωρίζουμε ότι έχουν ζήσει στην Ανατολική Ευρώπη, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία μεταξύ του 1ου και του 7ου αιώνα μ.Χ. Για πρώτη φορά αναφέρθηκαν να ζουν ανατολικά του Ποταμού Βόλγα σε μια περιοχή, που εκείνη την εποχή ήταν τμήμα της Σκυθίας. Η άφιξη των Ούννων σχετίζεται με τη μετανάστευση προς τα δυτικά του Σκυθικού λαού των Αλανών. Πρωτοαναφέρονται ως Ούννοι από τον Τάκιτο. Το 91 μ.Χ. οι Ουννοι λεγόταν ότι ζούσαν κοντά στηνΚασπία Θάλασσα και το 150 περίπου είχαν μεταναστεύσει νοτιοανατολικά στον Καύκασο. Το 370 οι Ούννοι είχαν δημιουργήσει μια τεράστια, αν και βραχύβια, επικράτεια στην Ευρώπη.

Hunnen
Ούννοι σε μάχη με τους Αλανούς. Γκραβούρα της δεκαετίας του 1870.

Το 18ο αιώνα ο Γάλλος ερευνητής Ζοζέφ ντε Γκιν ήταν ο πρώτος που πρότεινε μια σχέση των Ούννων με το λαό Χιονγκ-νου, που ήταν βόρειος γείτονας της Κίνας τον 3ο αιώνα π.Χ. Από την εποχή του Γκιν σημαντική επιστημονική προσπάθεια έχει αφιερωθεί στη διερεύνηση μιας τέτοιας σύνδεσης. Εντούτοις δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση για την άμεση σύνδεση του κυρίαρχου στοιχείου των Χιονγκ-νου με εκείνο των Ούννων. Ο Πρίσκος, Ρωμαίος διπλωμάτης και Ελληνας ιστορικός του 5ου αιώνα, αναφέρει ότι οι Ούννοι είχαν τη δική τους γλώσσα, από την οποία όμως ελάχιστα έχουν διασωθεί και οι συγγένειές της είναι επί αιώνες αντικείμενο συζητήσεων.

 

Πολλές άλλες εθνικές ομάδες συμπεριλαμβάνονταν υπό την εξουσία του Αττίλα, μεταξύ αυτών πολλές που μιλούσαν τα Γοτθικά, που μερικοί σύγχρονοι συγγραφείς περιγράφουν ως Lingua franca.

Είναι πιθανό οι Ούννοι να ξεκίνησαν τις Μεγάλες Μεταναστεύσεις, παράγοντα που συνέβαλε στην κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σχημάτισαν μια ενιαία αυτοκρατορία υπό τον Αττίλα, που πέθανε το 453 και τον επόμενο χρόνο η αυτοκρατορία τους διαλύθηκε. Οι απόγονοι ή διάδοχοί τους με παρόμοια ονόματα έχει καταγραφεί από γειτονικούς πληθυσμούς πρός νότο, ανατολή και δύση οτι είχαν καταλάβει τμήματα της Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας περίπου από τον 4ο μέχρι τον 6ο αιώνα. Παραλλαγές του ονόματος των Ούννων έχουν καταγραφεί στον Καύκασο μέχρι τις αρχές του 8ου αιώνα.

Οι Ούννοι ήταν «συνομοσπονδία ομάδων πολεμιστών», έτοιμων να ενσωματώσουν άλλες ομάδες για να αυξήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη στην Ευρασιατική Στέπα, από τον 4ο ως τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι περισσότερες πτυχές της εθνογένεσής τους (όπως η γλώσσα τους και οι σχέσεις τους με άλλους λαούς της στέπας) είναι ασαφείς. Ο Βάλτερ Πολ (Αυστριακός ιστορικός γ. 1953) αναφέρει ρητά : «Το μόνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι το όνομα Ούννοι, στην ύστερη αρχαιότητα, περιέγραφε επιβλητικές κυρίαρχες ομάδες πολεμιστών της στέπας.

Ο Ρωμαίος ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος, που ολκλήρωσε το έργο του της ιστορίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τη δεκαετία του 390, ανέφερε ότι » ο λαός των Ούννων … κατοικεί πέρα από τη Θάλασσα του Αζόφ κοντά στον παγωμένο ωκεανό». Ο Ιερώνυμος τους συσχετίζει με τους Σκύθες σε μια επιστολή, γραμμένη τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή των Ούννων στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας το 395. Η εξίσωση των Ούννων με τους Σκύθες, μαζί με ένα φόβο ερχομού του Αντίχριστου στα τέλη του 4ου αιώνα, ήταν η αφορμή για την ταύτισή τους με τους Γκογκ και Μαγκόγκ (που, σύμφωνα με ένα λαϊκό θρύλο, οΜέγας Αλέξανδρος τους είχε κλείσει πίσω από απρόσιτα βουνά). Αυτή η δαιμονοποίηση των Ούννων εκφράζεται επίσης στο έργο Getica» του Ιορδάνη, γραμμένο τον 6ο αιώνα, που τους παρουσίαζε ως λαό που καταγόταν από «ακάθαρτα πνεύματα» και εξεδίωξε τις Γοτθικές μάγισσες.

Από το Ζοζέφ ντε Γκιν το 18ο αιώνα οι ιστορικοί έχουν συσχετίσει τους Ούννους, που εμφανίστηκαν στα σύνορα της Ευρώπης τον 4ο αιώνα μ.Χ. με τους Χιονγκ-νου («ουρλιάζοντες σκλάβοι»), που είχαν εισβάλει στην Κίνα από τα εδάφη της σημερινής Μογγολίας μεταξύ του 3ου π.Χ. και του 2ου μ.Χ. αιώνα. Ο Οτο Γ. Μένχεν-Χέλφεν (Αυστριακός ιστορικός 1894-1969) ήταν ο πρώτος, που αμφισβήτησε την παραδοσιακή πρόσέγγιση, βασισμένη κυρίως στη μελέτη των γραπτών πηγών, και έδωσε έμφαση στη σημασία της αρχαιολογικής έρευνας. Στη συνέχεια, ο προσδιορισμός των Χιονγκ-νου ως πρόγονων των Ούννων είναι αμφιλεγόμενη.

Η ομοιότητα των εθνωνύμων τους είναι ένας από τους σημαντικότερους δεσμούς μεταξύ των δύο λαών. Ο Βουδιστής μοναχός Νταρμαράξα, που ήταν σημαντικός μεταφραστής Ινδικών θρησκευτικών κειμένων του 3ου αιώνα μ.Χ., χρησιμοποίησε τη λέξη Χιονγκ-νου μεταφράζοντες τις αναφορές στο λαό Χούνα στα Κινέζικα. Ενας Σογδιανός έμπορος περιέγραψε σε μια επιστολή, γραμμένη το 313 μ.Χ., την εισβολή στη βόρεια Κίνα του λαού «Χουν». Ο Ετιέν ντε λα Βεσιέρ (Γάλλος ιστορικός, γ.1969) υποστηρίζει και τα δύο έγγραφα αποδεικνύουν ότι Χούνα και Χουν ήταν οι «ακριβείς μεταγραφές» του Κινεζικού ονόματος «Χιονγκ-νου». Ο Κρίστοφερ Π. Ατγουντ (ΗΠΑ) απορρίπτει αυτή την ταύτιση λόγω «της πολύ μικρής φωνολογικής σχέσης» μεταξύ των τριών λέξεων. Για παράδειγμα το Χιονγκ-νου αρχίζει με ένα άφωνο δασύ ουρανικόφωνο, το Χούνα με ένα άφωνο δασύ γλωσσόφωνο, το Χιονγκ-νου είναι δισύλλαβο, ενώ το Χουν μονοσύλλαβο. Το ΚινέζικοΒιβλίο των Γουέι (551-554) περιλαμβάνει αναφορές σε «υπολείμματα των απογόνων των Χιονγκ-νου», που ζούσαν στην περιοχή της Οροσειράς Αλτάι στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τον Ντε λα Βεσιέρ οι Κινέζικες πηγές αποδεικνύουν ότι νομαδικές ομάδες διατήρησαν τη Χιονγκ-νου ταυτότητά τους επί αιώνες μετά την πτώση της αυτοκρατορίας τους.

Τόσο οι Χιονγκ-νου όσο και οι Ούννοι χρησιμοποιούσαν χάλκινους λέβητες, παρόμοιους σε όλους τους λαούς της στέπας. Βασιζόμενος στη μελέτη και κατηγοριοποίηση των λεβήτων από αρχαιολογικούς χώρους των Ευρασιατικών Στεπών, ο αρχαιολόγος Τόσιο Χαγιάσι (Ιαπωνία) συμπεραίνει ότι η διάδοση των λεβήτων «μπορεί να υποδηλώνει τις μεταναστευτικές διαδρομές των Ουννικών φυλών» από τη Μογγολία στη βόρεια περιοχή της Κεντρικής Ασίας το 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ. και από την Κεντρική Ασία προς την Ευρώπη το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, που υποδηλώνει επίσης τη συσχέτιση των Ούννων με τους Χιονγκ-νου. Οι Ούννοι εφάρμοζαν την τεχνητή κρανιακή παραμόρφωση (στα βρέφη), ενώ δεν υπάρχει μαρτυρία τέτοιας πρακτικής μεταξύ των Χιονγκ-νου. Το έθιμο αυτό συνηθιζόταν στις Ευρασιατικές Στέπες ήδη από την Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου αλλά εξαλείφθηκε γύρω στα 500 π.Χ. Αρχισε να διαδίδεται μεταξύ των κατοίκων της περιοχής του Ποταμού Ταλάς και του Οροπεδίου του Παμίρ τον 1ο αιώνα π.Χ. Εκτός από τους Ούννους το έθιμο μαρτυρείται επίσης μεταξύ των Γιουεσί (λαό της Κίνας) και των Αλανών. Η μακριά αλογοουρά, που ήταν χαρακτηριστικό των Χιονγκ-νου, δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται μεταξύ των Ούννων.

Γράφοντας για τη σχέση μεταξύ Χιονγκ-νου και Ούννων, ο ιστορικός Χιούν Τζιν Κιμ (Ν. Ζηλανδία) καταλήγει : » Ετσι η αναφορά σε δεσμούς με τους Χιονγκ-νου από την άποψη παλαιών φυλετικών θεωριών ή ακόμη εθνοτικών συγγενειών αποτελεί απλώς παρωδία της ιστορικής πραγματικότητας αυτών των εκτεταμένων πολυεθνικών, πολύγλωσσων αυτοκρατοριών της στέπας. Τονίζει επίσης ότι «οι πρόγονοι των βασικών Ουννικών φυλών … ήταν τμήμα της Αυτοκρατορίας των Χιονγκ-νου και διέθεταν ένα ισχυρό στοιχείο Χιονγκ-νου και η άρχουσα ελίτ των Ούννων … ισχυριζόταν ότι ανήκε στην πολτική παράδοση αυτής της αυτοκρατορικής οντότητας.» Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό κενό μεταξύ των Κινέζικων αναφορών για τους Χιονγκ-νου και των Ευρωπαϊκών μαρτυριών για τους Ούννους, ο Πήτερ Χήθερ (Βρετανός ιστορικός, γ.1960) δηλώνει «Ακόμη και αν συσχετίσουμε κάπως τους Ούννους του 4ου αιώνα με [τους Χιονγκ-νου] του 1ου αιώνα, άπειρο νερό έχει περάσει κάτω από άπειρες γέφυρες σε 300 χρόνια χαμένης ιστορίας».

Το 2ο αιώνα μ.Χ. ο γεωγράφος Πτολεμαίος ανέφερε ένα λαό ονόματι Χοῦνοι ή Χουνοί κατά την απαρίθμηση των λαών της δυτικής περιοχής της Ευρασιατικής Στέπας. Οι Χούνοι ζούσαν «μεταξύ των Βαστάρνων (Γερμανικός λαός)και των Ροξολάνων (Σαρματικός λαός)», σύμφωνα με τον Πτολεμαίο. Ο Εντουαρντ Αρθουρ Τόμπσον (Ιρλανδός ιστορικός 1914-1994) αναφέρει ότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο εθνωνύμων (Χούνοι και Ούννοι) είναι απλή σύμπτωση. Συγγγραφείς της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γράφουν συχνά Χούννοι ή Χούνοι, αναφερόμενοι στους Ούννους, ενώ οι Βυζαντινοί δεν χρησιμοποιηούσαν ποτέ το λαρυγγικό «[χ]» στην αρχή του ονόματός τους. Ο Μένχεν-Χέλφεν και ο Ντένις Σίνορ (Ούγγρος ιστορικός 1916-2011) αντικρούουν επίσης τη συσχέτιση των Χούνων με τους Ούννους του Ατίλα. Εντούτοις ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος αναφερόταν στην αναφορά του Πτολεμαίου για τους Χούνους, όταν έλεγε ότι οι Ούννοι «αναφέρονται μόνο συνοπτικά στους αρχαίους συγγραφείς». Ούτε απέκλειε οι Ουρουγούνδοι, που εισέβαλαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τις στέπες βορείως του Κάτω Δούναβη το 250 μ.Χ. σύμφωνα με το Ζώσιμο, να ταυτίζονται με τους Βουρουγούνδους, που ο Αγαθίας κατέτασσε μεταξύ των Ουννικών φυλών.

Οι Ρωμαίοι συνειδητοποίησαν την παρουσία των Ούννων όταν οι εισβολές τους στις Στέπες του Πόντουανάγκασαν χιλιάδες Γότθων να μετακινηθούν στον Κάτω Δούναβη για να να ζητήσουν καταφύγιο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 376, σύμφωνα με το σύγχρονο Αμμιανό Μαρκελλίνο. Η ξαφνική τους εμφάνιση στις γραπτές πηγές φανερώνει ότι οι Ούννοι δεν διέσχισαν τον Ποταμό Βόλγα από τα ανατολική πολύ νωρίτερα. Εισέβαλαν στη χώρα των Αλανών, που βρισκόταν στα ανατολικά του Ποταμού Ντον, σκοτώνοντας πολλούς από αυτούς και αναγκάζοντας όσους επέζησαν να υποταχθούν ή να διαφύγουν μέσω του Ντον. Οι λόγοι της ξαφνικής επίθεσης των Ούννων στους γειτονικούς λαούς είναι άγνωστοι. Αφού απέρριψε αρκετές πιθανές αιτίες (όπως μια κλιματική αλλαγή στις στέπες και η πίεση των γειτονικών λαών) ο Πήτερ Χήθερ συμπεραίνει ότι η Ουννική Αυτοκρατορία αναπτυχθηκε από «πολεμικές ομάδες εν τω γεννάσθαι», που εξαπέλυαν επικερδείς επιδρομές λεηλατώντας, που τους επέτρεψαν να αυξήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη και να επιβάλουν την κυριαρχία τους στους γειτονικούς λαούς.

Αφού υπέταξαν τους Αλανούς, οι Ούννοι και οι Αλανοί βοηθητικοί τους άρχισαν να λεηλατούν τους πλούσιους οικισμούς των Γκρεουτούγκων, ανατολικών Γότθων, δυτικά του Ντον. Ο βασιλιάς των Γκρεουτούγκων, Ερμανάρικος, αντιστάθηκε για λίγο αλλά τελικά «βρήκε τη λύτρωση από τους φόβους του αφαιρώντας την ίδια του τη ζωή», σύμφωνα με τον Αμμιανό Μαρκελλίνο. Η αναφορά του Μαρκελλίνου αναφέρεται είτε στην αυτοκτονία του Ερμανάρικου, είτε στην τελετουργική θανάτωσή του. Τον διαδέχθηκε ο μικρανηψιός του Βιρθίμιρης, που πλήρωσε τους Ούννους για να πολεμήσουν κατά των Αλανών, που εισέβαλαν στη χώρα των Γκρεουτούγκων, αλλά σκοτώθηκε σε μάχη.

Μετά το θάνατο του Βιρθίμιρη οι περισσότεροι Γκρεουτούγκοι υποτάχθηκαν στους Ούννους. Εκείνοι που αποφάσισαν να αντισταθούν προχώρησαν στον Ποταμό Δνείστερο – που ήταν το σύνορο ανάμεσα στις χώρες των Γκρεουτούγκων και των Θερβιγγίων, δυτικών Γότθων – υπό την ηγεσία του Αλάθεου και του Σάφραξ, γιατί ο γιος του Βιρθίμιρη Βιδέριχος ήταν παιδί. Ο Αθανάρικος, ηγέτης των Θερβιγγίων συνάντησε τους πρόσφυγες κατά μήκος του Δνείστερου στην κεφαλή των στρατευμάτων του. Ομως ένας στρατός των Ούννων παρέκαμψε τους Γότθους και τους επιτέθηκε από πίσω, αναγκάζοντας τον Αθανάρικο να υποχωρήσει στα Καρπάθια. Ο Αθανάρικος ήθελε να οχυρώσει τα σύνορα, αλλά οι επιδρομές των Ούννων στις χώρες δυτικά του Ποταμού Δνείστερου συνεχίζονταν. Οι περισσότεροι Θερβίγγιοι συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να αντισταθούν στους Ούννους και κατέφυγαν στον Κάτω Δούναβη για να βρουν άσυλο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι Γκρεουτούγκοι, υπό την ηγεσία του Αλάθεου και του Σάφραξ, βάδισαν επίσης προς τον ποταμό. Τα περισσότερα Ρωμαϊκά στρατεύματα είχαν μεταφερθεί από τηΒαλκανική Χερσόνησο για να πολεμήσουν κατά της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών στην Αρμενία. Ο Αυτοκράτορας Ουάλης επέτρεψε στους Θερβίγγιους να διασχίσουν τον Κάτω Δούναβη και να εγκατασταθούν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το φθνόπωρο του 376. Τους Θερβίγγιους ακολούθησαν οι Γκρεουτούγκοι και επίσης οι Ταϊφάλοι (Γερμανική ή Σαρματική φυλή) «και άλλες φυλές που παλιότερα ζούσαν με τους Γότθους» στα βόρεια του Κάτω Δούναβη, σύμφωνα με το Ζώσιμο. Η έλλειψη τροφίμων και η κακοδιοίκηση έκαναν τους Γότθους να επαναστατήσουν στις αρχές του 377 και ο πόλεμος που ακολούθησε μεταξύ αυτών και των Ρωμαίων κράτησε πάνω από πέντε χρόνια.

Η υποστήριξη προς τους Γότθους οπλαρχηγούς μειώθηκε καθώς πρόσφυγες κατευθύνονταν στηΘράκη και για την ασφάλεια των ρωμαϊκών φρουρών.

Μετά από αυτές τις εισβολές οι Ούννοι άρχισαν να αναφέρονται ως Φοιδεράτοι και μισθοφόροι. Ηδη το 380 σε μια ομάδα Ούννων παραχωρήθηκε το καθεστώς των Φοιδεράτων και τους επετράπη να εγκατασταθούν στην Παννονία. Ούννους μισθπφόρους βλέπουμε επίσης σε αρκετές περιπτώσεις αγώνων για τη διαδοχή της Ανατολικής και της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 4ου αιώνα. Είναι πάντως πιθανότερο αυτές να αποτελούσαν μεμονωμένες μισθοφορικές ομάδες, παρά ένα Ουννικό βασίλειο.

Το 395 οι Ούννοι άρχισαν την πρώτη μεγάλης κλίμακας επίθεσή τους κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Ούννοι επιτέθηκαν στη Θράκη, κατέλαβαν την Αρμενία και λεηλάτησαν την Καππαδοκία. Εισέβαλαν σε τμήματα της Συρίας, απείλησαν την Αντιόχεια και κατέκλυσαν την επαρχία της Εὑφρατησίας. Οι δυνάμεις του Αυτοκράτορα Θεοδόσιουήταν ολοκληρωτικά δεσμευμένες στη Δύση, έτσι οι Ούννοι κινήθηκαν ανενόχλητοι μέχρι το τέλος του 398, οπότε ο ευνούχος Ευτρόπιος συγκέντρωση μια δύναμη αποτελούμενη από Ρωμαίους και Γότθους και πέτυχε την αποκατάσταση της ειρήνης. Είναι όμως ασαφές αν οι δυνάμεις του Ευτρόπιου νίκησαν τους Ούννους ή αν αποχώρησαν μόνοι τους. Δεν υπάρχει καταγραφή αξιόλογης νίκης του Ευτρόπιου, ενώ υπάρχει μαρτυρία ότι οι δυνάμεις των Ούννων αποχωρούσαν ήδη από την περιοχή οταν συγκέντρωσε τις δυνάμεις του.

Eίτε τραπέντες σε φυγή από τον Ευτρόπιο είτε αποχωρώντας μόνοι τους, οι Ούννοι εγκατέλειψαν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 398. Στη συνέχεια εισέβαλαν στην Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Η εισβολή τους ήταν αρχικά επιτυχής , πλησιάζοντας την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Κτησιφώντα, αλλά υπέστησαν δεινή κατά την Περσική αντεπίθεση και υποχώρησαν προς τον Καύκασο μέσω του Περάσματος Ντερμπέντ.

Κατά τη σύντομη διέλευσή τους από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία φαίνεται ότι οι Ούννοι είχαν απειλήσει και φυλές δυτικότερα, όπως τεκμηριώνεται από την είσοδο στην Ιταλία του Ρανταγάισου (Γότθου βασιλιά) το 405 και από το πέρασμα από το Ρήνο στη Γαλατία των Βανδάλων, των Σουηβών και των Αλανών. Οι Ούννοι τότε δεν εμφανίζονταν ως μια μοναδική δύναμη με ένα μοναδικό ηγέτη. Πολλοί Ούννοι χρησιμοποιούνταν ως μισθοφόροι τόσο από την Ανατολική και Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσο και από τους Γότθους. Ο Ουλντίν, ο πρώτος με το όνομά του γνωστός Ούννος, ηγείτο μιας ομάδας Ούννων και Αλανών, που πολεμούσαν κατά του Ρανταγάισου, υπερασπιζόμενοι την Ιταλία. Ο Ουλντίν ήταν επίσης γνωστός για τη νίκη του κατά των Γότθων επαναστατών, που δημιουργούσαν προβλήματα στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γύρω από το Δούναβη και τον αποκεφαλισμό του Γότθου Γάινα γύρω στα 400-401. Το κεφάλι του Γάινα παραδόθηκε στους Βυζαντινούς για να εκτεθεί στην Κωνσταντινούπολη στο πλαίσιο ανταλλαγής δώρων.

Οι Βυζαντινοί άρχισαν πάλι να αισθάνονται την πίεση των Ούννων του Ουλντίν το 408. Ο Ουλντίν διέσχισε το Δούναβη και κατέλαβε στη Μοισία ένα φρούριο ονόματι Κάστρα Μάρτις, που προδόθηκε από τα μέσα, και στη συνέχεια προχώρησε σε λεηλασία της Θράκης. Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να εξαγοράσουν τον Ουλντίν, αλλά το ποσό ήταν τόσο μεγάλο ώστε αντί για τον ίδιο εξαγόρασαν τους υφισταμένους του, με αποτέλεσμα πολλές λιποταξίες από την ομάδα των Ούννων του Ουλντίν.

Ο διάδοχος του Αλάριχου Ατάουλοφος φαίνεται ότι είχε Ούννους μισθοφόρους στην υπηρεσία του νότια των Ιουλιανών Αλπεων το 409, που τους απέκρουσε άλλη μικρή ομάδα Ούννων, μισθωμένη από τον υπουργό του Ονώριου Ολύμπιο. Αργότερα το 409 οι Ρωμαίοι τοποθέτησαν δέκα χιλιάδες Ούννους στην Ιταλία και στη Δαλματία για να αντιμετωπίσουν τον Αλάριχο, που στη συνέχεια εγκατέλειψε τα σχέδιά του να βαδίσει κατά της Ρώμης.

Huns450
Η Αυτοκρατορία των Ούννων και των υποτελών τους ομάδων

Ο αρχηγός των Ούννων Ρουγίλιας οργάνωσε ισχυρό κράτος και άρχισε τις επιδρομές και τις επιθέσεις εναντίον του Βυζαντινού κράτους. Από το 434 οι αδελφοί Αττίλας και Μπλέντα κυβερνούσαν μαζί τους Ούννους και ήταν εξ ίσου φιλόδοξοι με το θείο τους Ρουγίλια. Το 435 υποχρέωσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία να υπογράψει τη Συνθήκη της Μάργου (σημερινό Ποζάρεβατς), προσφέροντας στους Ούννους εμπορικά δικαιώματα και ετήσιο φόρο από τους Βυζαντινούς. Οι Βυζαντινοί συμφώνησαν επίσης να παραδώσουν Ούννους πρόσφυγες (άτομα που μπορεί να είχαν απειλήσει την άνοδο των αδελφών τους στην εξουσία) για εκτέλεση. Με τα νότια σύνορά τους προστατευμένα από τους όρους της συνθήκης οι Ούννοι μπόρεσαν να στραφούν αποκλειστικά στην περαιτέρω υποταγή φυλών στα δυτικά.

Οι Ούννοι παραβίασαν τη συνθήκη το 440, όταν οι Αττίλας και Μπλέντα επιτέθηκαν στην Κάστρα Κωνστάντια, Ρωμαϊκό φρούριο και εμπορικό σταθμό στις όχθες του Δούναβη. Οι Βυζαντινοί διέκοψαν την πληρωμή του συμφωνημένου φόρου και παραβίασαν και άλλους όρους της Συνθήκης της Μάργου, έτσι οι Ούννοι βασιλιάδες έστρεψαν πάλι τη προσοχή τους προς την Ανατολή. Αναφορές ότι ο Επίσκοπος της Μάργου είχε περάσει σε εδάφη των Ούννων και βεβήλωσε βασιλικούς τάφους εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο τους εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο. Ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών και οι Ούννοι εξουδετέρωσαν έναν αδύναμο Βυζαντινό στρατό και ισοπέδωσαν τη Μάργο (σημερινόΠοζάρεβατς), Σιγγιδώνα (Βελιγράδι) και Βιμινάτσιουμ. Αν και υπογράφτηκε ανακωχή το 441, δύο χρόνια αργότερα η Κωνσταντινούπολη δεν μπόρεσε να καταβάλει το φόρο και ο πόλεμος επαναλήφθηκε. Στην εκστρατεία που ακολούθησε οι στρατιές των Ούννων έφθασαν ανησυχητικά κοντά στην Κωνσταντινούπολη, λεηλατώντας στο δρόμο τους τη Σαρδική Σόφια, την Αρκαδιούπολη και τηΦιλιππούπολη. Αφού υπέστη συντριπτική ήττα στη Μάχη της Χερσονήσου ο Βυζαντινός ΑυτοκράτοραςΘεοδόσιος Β´ ενέδωσε στις απαιτήσεις των Ούννων και το φθινόπωρο του 443 υπέγραψε τη Συνθήκη του Ανατόλιου με τους δύο Ούννους βασιλιάδες. Οι Ούννοι επέστρεψαν στη χώρα τους με ένα τεράστιο καραβάνι γεμάτο λάφυρα.

Ενιαία Αυτοκρατορία υπό τον Αττίλα

Ο Μπλέντα πέθανε το 445, με μερικούς ιστορικούς να πιθανολογούν ότι ο θάνατός του έγινε από τα χέρια του Αττίλα. Με απελθόντα τον αδελφό του ο Αττίλας ήταν σε θέση να επιβάλλει τον αδιαμφισβήτητο έλεγχό του πάνω στους υπηκόους του. Το 447 έστρεψε τους Ούννους για μια ακόμη φορά κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η εισβολή του στα Βαλκάνια και στη Θράκη ήταν καταστροφική. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ταλανιζόταν ήδη από εσωτερικά προβλήματα, όπως πείνα και επιδημίες, καθώς και ταραχές και μια σειρά σεισμών στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Μια ανοικοδόμηση των τειχών της την τελευταία στιγμή κράτησε άθικτη την Κωνσταντινούπολη. Μια νίκη επί του Βυζαντινού στρατού κατέστησε τους Ούννους ουσιαστικά αδιαφιλονίκητους στα Βυζαντινά εδάφη και επέδραμαν νότια μέχρι τις Θερμοπύλες. Μόνο μια επιδημία τους ανάγκασε να υποχωρήσουν και ο πόλεμος τελείωσε το 449 με μια συμφωνία, με την οποία οι Βυζαντινοί συμφώνησαν να πληρώνουν στον Αττίλα ετήσιο φόρο 2100 λίβρες χρυσού. Η μοναδική μας από πρώτο χέρι περιγραφή για τους Ούννους και τον ίδιο τον Αττίλα είναι από τον Πρίσκο, αξιωματούχο στη διπλωματική αποστολή για την ειρήνη με τον Αττίλα.

Huns_empire
Η Αυτοκρατορία στο απόγειό της υπό τον Αττίλα

Σε όλες τις επιδρομές τους στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οι Ούννοι είχαν διατηρήσει καλές σχέσεις με τη Δυτική Αυτοκρατορία, και ιδιαίτερα με το Φλάβιο Αέτιο, πανίσχυρο Ρωμαίο στρατηγό (αναφερόμενο ενίοτε ακόμη και ως de facto ηγέτη της Δυτικής Αυτοκρατορίας), που στη νεότητά του για ένα διάστημα είχε υπάρξει όμηρος των Ούννων. Ομως όλα αυτά άλλαξαν το 450, όταν η Ονώρια, αδελφή του Δυτικού Ρωμαίου Αυτοκράτορα Ουαλεντινιανού Γ΄, έστειλε στον Αττίλα ένα δαχτυλίδι και ζητούσε τη βοήθειά του για να αποτρέψει τον αρραβώνα της με ένα γερουσιαστή. Ο Αττίλας τη ζήτησε για νύφη με προίκα τη μισή Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επί πλέον ανέκυψε μια διχογνωμία μεταξύ του Αττίλα και του Αέτιου για το νόμιμο διάδοχο του βασιλιά των Σαλίων Φράγκων. Τελικά η δυνατότητα του Αττίλα να μοιράζει θησαυρούς στους ευνοούμενους οπαδούς του ήταν σημαντικό στήριγμα για την εξουσία του και οι επανειλημμένοι εκβιασμοί του της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας της είχαν αφήσει λίγα για λεηλασία.

Το 451 οι δυνάμεις του Αττίλα εισέβαλαν στη Γαλατία, συσσωρεύοντας στο δρόμο τους σώματα Φράγκων, Γότθων και φυλών Βουργουνδών. Στη Γαλατία οι Ούννοι επιτέθηκαν πρώτα στο Μετς και κατόπιν οι στρατιές τους προχώρησαν προς τα δυτικά και αφού πέρασαν το Παρίσι και το Τρουά πολιόρκησαν τηνΟρλεάνη.

Στον Αέτιο δόθηκε από τον Αυτοκράτορα Ουαλεντινιανό Γ΄ η εντολή να ανακουφίσει την Ορλεάνη. Ενισχυμένος από Φραγκικά και Βισηγοτθικά στρατεύματα (υπό το Βασιλιά Θεοδώριχο), ο Ρωμαϊκός στρατός του Αέτιου αντιμετώπισε τους Ούννους στη Μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων. Αν και τακτική ήττα για τον Αττίλα, που απέκρουσε την εισβολή του στη Γαλατία και τον υποχρέωσε σε υποχώρηση σε μη Ρωμαϊκά εδάφη, η μακροϊστορική σημασία της νίκης των Ρωμαίων και των συμμάχων τους είναι αμφισβητούμενη.

Τον επόμενο χρόνο ο Αττίλας ανανέωσε τις αξιώσεις του για την Ονώρια και εδάφη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οδηγώντας τις ορδές του από τις Άλπεις στη Βόρεια Ιταλία, λεηλάτησε και ισοπέδωσε τις πόλεις Ακυληία, Βικεντία, Βερόνα, Μπρίξια, Μπέργκομουμ και Μιλάνο. Ελπίζοντας να αποτρέψει τη λεηλασία της Ρώμης, ο Αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός Γ΄ έστειλε τρεις απεσταλμένους, τους ανώτερους πολιτικούς αξιωματούχους Γεννάδιο Αβιένο και Τριγκέτιο, καθώς και τον Πάπα Λέοντα Α΄, που συνάντησαν τον Αττίλα στο Μίγχιο, ποταμό κοντά στη Μάντοβα και του απέσπασαν την υπόσχεση ότι θα αποχωρούσε από την Ιταλία και θα διαπραγματευόταν ειρήνη με τον αυτοκράτορα. Ο Πρόσπερος της Ακουιτανίας (μαθητής του Αγίου Αυγουστίνου περιγράφει την ιστορική συνάντηση, δίνοντας όλα τα εύσημα της επιτυχούς διαπραγμάτευσης στο Λέοντα. Ο Πρίσκος αναφέρει ότι ο δεισιδαιμονικός φόβος της μοίρας του Αλάριχου – που πέθανε λίγο μετά τη λεηλασία της Ρώμης το 410 – τον σταμάτησε. Αλλά, και πιο πρακτικά, η Ιταλία υπέφερε από φοβερό λιμό το 451 και η σοδειά ήταν ελάχιστα καλύτερη το 452, ενώ η εισβολή του Αττίλα στις πεδιάδες της Βόρειας Ιταλίας προαφανώς δεν τη βελτίωσε. Για να προχωρήσει στη Ρώμη χρειαζόταν εφόδια που δεν ήταν διαθέσιμα στην Ιταλία και η κατάληψη της πόλης δεν θα βελτίωνε την κατάσταση του εφοδιασμού του Αττίλα. Αφ’ ετέρου μια δύναμη Βυζαντινών είχε περάσει το Δούναβη και νίκησε τους Ούννους, που είχε αφήσει πίσω ο Αττίλας να φυλάνε τα πάτρια εδάφη τους. Έτσι ο Αττίλας αντιμετώπιζε σοβαρές ανθρώπινες και φυσικές πιέσεις να αποσυρθεί από την Ιταλία, πριν κινηθεί νότια του Πάδου. Ο Αττίλας αποχώρησε χωρίς την Ονώρια και την προίκα της.

Ο νέος Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μαρκιανός διέκοψε τότε τις πληρωμές των φόρων. Από την Πεδιάδα της Παννονίας ο Αττίλας κινήθηκε για να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη. Το 453 όμως παντρεύτηκε την Οστρογότθη πριγκίπισσα Ίλντικο και πέθανε από αιμορραγία τη νύχτα του γάμου του.

Μετά τον Αττίλα

Μετά το θάνατο του Αττίλα ο γιος του Ελλακ νίκησε τους αδελφούς του Δεγγιζίχ και Ήρνάχ και έγινε βασιλιάς των Ούννων. Ομως πρώην υπήκοοί τους συνενώθηκαν γρήγορα υπό τον Αρδάριχο, ηγέτη των Γεπίδων,εναντίον των Ούννων στη Μάχη του Νεντάο στην [Παννονία]] το 454. Η ήττα αυτή και ο θάνατος του Ελλακ τερμάτισε την Ευρωπαϊκή κυριαρχία των Ούννων, που λίγο αργότερα εξαφανίζονται από τις πηγές της εποχής. Η πεδιάδα της Παννονίας καταλήφθηκε τότε από τους Γέπιδες, ενώ διάφορες ομάδες Γότθων παρέμεναν επίσης στα Βαλκάνια.

Ο Ιορδάνης ο Αλανός αναφέρει ότι των Ούννων ηγείτο την εποχή αυτή ο Βάλαμερ ενώ οι σύγχρονοι ιστορικοί αμφισβητούν την ύπαρξή του, διαβλέποντας αντίθετα μια εφεύρεση των Γότθων για να εξηγήσουν ποιός τους νίκησε. Ο Ντένις Σίνορ υποστηρίζει ότι αν ο Βάλαμερ υπήρξε ίσως να ήταν αρχηγός μικρής ομάδας Ούννων, αφού ο Βιρθιμήρης χρησιμοποιούσε Ούννους μισθοφόρους εναντίον του, πράγμα που δείχνει έλλειψη ενότητας μεταξύ των Ούννων. Ο Σίνορ επικαλείται επίσης τη δήλωση του Αμμιανού ότι οι Ούννοι «δεν υπόκεινται σε κανένα βασιλικό περιορισμό», δημιουργώντας περαιτέρω αμφιβολίες σχετικά με το καθεστώς του Βάλαμερ ως βασιλιά.

Στην Αυτοκρατορία των Ούννων ομιλούντο διάφορες γλώσσες. Υπό τον Αττίλα η Γοτθική ήταν η lingua franca της ελίτ των Ούννων. Με βάση κάποια ετυμολογική ερμηνεία των λέξεων στράβα και μέδος και μεταγενέστερη ιστορική εμφάνιση, οι άλλες γλώσσες θεωρείται ότι περιλαμβάνουν μια μορφή προσλαβικής γλώσσας.

Οι αρχαίες πηγές είναι σαφείς ότι υπήρχε μια Ουννική γλώσσα, αλλά δεν υπάρχει γενική συναίνεση σχετικά με την ακριβή προέλευση και τις συγγένειες της. Οι γραπτές πηγές Πρίσκος και Ιορδάνης, διασώζουν λίγα μόνο ονόματα και τρεις λέξεις (μέδος, κάμος, στράβα) της γλώσσας των Ούννων, που έχουν μελετηθεί επί ενάμιση αιώνα. Οι ίδιες οι πηγές δεν δίνουν τη σημασία κανενός ονόματος, μόνο των τριών λέξεων. Μερικοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μπορεί να ανήκε ή να είχε σχέση με τις Τουρκικές γλώσσες. Αλλοι υποστηρίζουν ότι δεν φαίνεται να είναι Τουρκική αλλάδιάλεκτος από Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες παρόμοια με τη Σλαβική και τη Δακική.

Από τις παραδοσιακά αξιοσημείωτες μελέτες είναι εκείνη του Πρίτσακ (Ουκρανός ιστορικός 1919-2006) του 1982, «Η Ουννική Γλώσσα της Φυλής του Αττίλα», που αναλύοντας 33 σωζώμενα προσωπικά ονόματα κατέληγε «δεν ήταν Τουρκική γλώσσα αλλά μεταξύ Τουρκικής και Μογγολικής, κατά πάσα πιθανότητα πλησιέστερη στην παρά στην τελευταία. Η γλώσσα είχε ισχυρούς δεσμούς με την Πρωτοβουλγαρική γλώσσα και τη σημερινή γλώσσα της Τσουβασίας, αλλά είχε επίσης σημαντική σχέση, ιδιαίτερα λεξιλογική και μορφολογική, με την Οθωμανική και τη γλώσσα των Γιακούτιων (Σαχά). Αλλοι συμφωνούν ότι η Ουννική είχε σχέση με τις Τουρκικές και τις Μογγολικές γλώσσες. Με βάση τα υπάρχοντα αρχεία ονομάτων πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι Ούννοι μιλούσαν μια Τουρκική γλώσσα του κλάδου των Ογούρων, που περιλαμβάνει επίσης τις γλώσσες των Πρωτοβούλγαρων, των Αβάρων, τωνΧαζάρων και των Τσουβάς. Ο Αγγλος ερευνητής Πήτερ Χήθερ αποκαλούσε τους Ούννους «η πρώτη ομάδα Τουρκικής προέλευσης νομάδων, σε αντίθεση με τους Ιρανούς, που διείσδυσαν στην Ευρώπη». Ο Μένχεν-Χέλφεν υποστήριξε ότι πολλά από τα φυλετικά ονόματα μεταξύ των Ούννων ήταν Τουρκικής προέλευσης.

Παρ’ όλα αυτά ορισμένοι μελετητές εξακολουθούν να καταλήγουν ότι η Ουννική γλώσσα δεν μπορεί να ταξινομηθεί προς το παρόν και οι απόπειρες να χαρακτηρισθεί ως Τουρκική ή Μογγολική δεν ευσταθούν.

Ολες οι σωζώμενες περιγραφές γράφτηκαν από εχθρούς των Ούννων και καμμία δεν τους περιγράφει ως ελκυστικούς είτς ηθικά είτε στην εμφάνιση (οι Ούννοι ήταν αναλφάβητοι και έτσι δεν άφησαν γραπτές πηγές). Ο Ιορδάνης, Γότθος που έγραφε στην Ιταλία το 551, ένα αιώνα μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Ούννων, περιγράφει τους Ούννους ως «άγρια φυλή, που αρχικά ζούσε στους βάλτους, μια υπανάπτυκτη, αποκρουστική και μικροκαμωμένη φυλή, μόλις και μετά βίας ανθρώπινη και που δεν έχουν γλώσσα αλλά μικρή ομοιότητα με την ανθρώπινη ομιλία. »

Με τα τρομερά χαρακτηριστικά τους ενέπνεαν μεγάλο φόβο σε εκείνους που δεν είχαν ασκηθεί στην τέχνη του πολέμου. Έτρεπαν σε φυγή τους εχθρούς τους οι οποίοι τρομοκρατούνταν όταν έβλεπαν το παραμορφωμένο πρόσωπό τους και τα μικρά όπως η τρύπα της βελόνας, μάτια τους. Φέρονται με σκληρότητα προς τα νεογέννητα, κόβουν με σπαθί το μάγουλο των αρσενικών παιδιών για να τα μάθουν να αντέχουν στα τραύματα. Έτσι γερνούν χωρίς γένι και με τα μάγουλα γεμάτα ουλές. Είναι μικρού αναστήματος και ταχύτατοι στις κινήσεις τους. Τέλειοι ιππείς, επιδέξιοι τοξότες, έχουν πλατείς ώμους, δυνατό λαιμό, πάντα άκαμπτο από την περηφάνια τους. Αν και ζουν με τη μορφή των ανθρώπων έχουν τη σκληρότητα των άγριων θηρίων.”Ιορδάνης (Αλανός ιστορικός του 6ου αιώνα μ.Χ.)[1]

Ο Ιορδάνης αφηγήθηκε επίσης πώς είχε περιγράψει ο Πρίσκος τον Αττίλα, Αυτοκράτορα των Ούννων το 434-453, ως :»Κοντού αναστήματος, με ευρύ στέρνο και μεγάλο κεφάλι, τα μάτια του ήταν μικρά, η γενειάδα του λεπτή και διάστικτη με γκρίζο και είχε μύτη επίπεδη και σκούρο δέρμα, που φανέρωναν την καταγωγή του».

αρχείο λήψης (1)

Κατά το σχηματισμό της άποψής τους για το λαό του Αττίλα οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν νοοτροπίες κληρονομημένες από τους Αρχαίους Ελληνες. Ηταν τα αχρειότερα πλάσματα που μπορούσαν να φανταστούν. Ερχονταν από το Βορρά και όλοι ήξεραν ότι όσο πιο κρύο είναι το κλίμα τόσο πιο βάρβαροι ήταν οι λαοί.[3] Δεν γνώριζαν τίποτα από μέταλλα, δεν είχαν θρησκεία και ζούσαν σαν άγριοι, χωρίς φωτιά, τρώγοντας τις τροφές τους ωμές, ζώντας από ρίζες και κρέας που το έκαναν πιο μαλακό, τοποθετώντας το κάτω από τις σέλλες των αλόγων τους. Δεν είχαν φυσικά κτίρια, παρά μόνο καλύβες από καλάμια, στην πραγματικότητα φοβόντουσαν και την απλή ιδέα να ρισκάρουν να μείνουν κάτω από στέγη.

images (1)

Η περιγραφή των Ούννων όπως δίνεται από τους Ρωμαίους έχουν κάνει τους ιστορικούς να πιστεύουν ότι κατάγονταν από την Ανατολική Ασία. Ο Ντένις Σίνορ, επισημαίνοντας τις ελλείψεις σε ανθρωπολογικά στοιχεία έγραψε ότι » δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί η βασική ακρίβεια των δυτικών περιγραφών και η απουσία μαζικών αποδεικτικών στοιχείων από τη φυσική ανθρωπολογία, δεν μπορεί να αποδυναμώσει τα τόσο καταφανή σημεία τους. Το ασυνήθιστο προσελκύει την περισσότερη προσοχή.».[5]Εντούτοις ο Αυστριακός περιηγητής Μένχεν-Χέλφεν έγραψε τον 20ό αιώνα : » Η περιγραφή του Αμμιανού αρχίζει με μια παράξενη παρανόηση… Αυτή επαναλήφθηκε από τον Κλαυδιανό και το Σιδώνιο και στη συνέχεια από τον Κασσιόδωρο. Η εξήγηση του Αμμιανού για τις λεπτές γενειάδες είναι λανθασμένη. Οπως πολλοί άλλοι λαοί, οι Ούννοι αυτοτραυματίζονταν σε ένδειξη πένθους, όταν πέθαιναν συγγενείς τους.

2799686-totalwarlive-upt2015-20150205_thumb

Ολες οι σωζώμενες περιγραφές γράφτηκαν από εχθρούς των Ούννων και καμμία δεν τους περιγράφει ως ελκυστικούς είτς ηθικά είτε στην εμφάνιση (οι Ούννοι ήταν αναλφάβητοι και έτσι δεν άφησαν γραπτές πηγές). Ο Ιορδάνης, Γότθος που έγραφε στην Ιταλία το 551, ένα αιώνα μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Ούννων, περιγράφει τους Ούννους ως «άγρια φυλή, που αρχικά ζούσε στους βάλτους, μια υπανάπτυκτη, αποκρουστική και μικροκαμωμένη φυλή, μόλις και μετά βίας ανθρώπινη και που δεν έχουν γλώσσα αλλά μικρή ομοιότητα με την ανθρώπινη ομιλία. »

Με τα τρομερά χαρακτηριστικά τους ενέπνεαν μεγάλο φόβο σε εκείνους που δεν είχαν ασκηθεί στην τέχνη του πολέμου. Έτρεπαν σε φυγή τους εχθρούς τους οι οποίοι τρομοκρατούνταν όταν έβλεπαν το παραμορφωμένο πρόσωπό τους και τα μικρά όπως η τρύπα της βελόνας, μάτια τους. Φέρονται με σκληρότητα προς τα νεογέννητα, κόβουν με σπαθί το μάγουλο των αρσενικών παιδιών για να τα μάθουν να αντέχουν στα τραύματα. Έτσι γερνούν χωρίς γένι και με τα μάγουλα γεμάτα ουλές. Είναι μικρού αναστήματος και ταχύτατοι στις κινήσεις τους. Τέλειοι ιππείς, επιδέξιοι τοξότες, έχουν πλατείς ώμους, δυνατό λαιμό, πάντα άκαμπτο από την περηφάνια τους. Αν και ζουν με τη μορφή των ανθρώπων έχουν τη σκληρότητα των άγριων θηρίων.”Ιορδάνης (Αλανός ιστορικός του 6ου αιώνα μ.Χ.)[1]

Ο Ιορδάνης αφηγήθηκε επίσης πώς είχε περιγράψει ο Πρίσκος τον Αττίλα, Αυτοκράτορα των Ούννων το 434-453, ως :»Κοντού αναστήματος, με ευρύ στέρνο και μεγάλο κεφάλι, τα μάτια του ήταν μικρά, η γενειάδα του λεπτή και διάστικτη με γκρίζο και είχε μύτη επίπεδη και σκούρο δέρμα, που φανέρωναν την καταγωγή του».[2]

Κατά το σχηματισμό της άποψής τους για το λαό του Αττίλα οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν νοοτροπίες κληρονομημένες από τους Αρχαίους Ελληνες. Ηταν τα αχρειότερα πλάσματα που μπορούσαν να φανταστούν. Ερχονταν από το Βορρά και όλοι ήξεραν ότι όσο πιο κρύο είναι το κλίμα τόσο πιο βάρβαροι ήταν οι λαοί.[3] Δεν γνώριζαν τίποτα από μέταλλα, δεν είχαν θρησκεία και ζούσαν σαν άγριοι, χωρίς φωτιά, τρώγοντας τις τροφές τους ωμές, ζώντας από ρίζες και κρέας που το έκαναν πιο μαλακό, τοποθετώντας το κάτω από τις σέλλες των αλόγων τους. Δεν είχαν φυσικά κτίρια, παρά μόνο καλύβες από καλάμια, στην πραγματικότητα φοβόντουσαν και την απλή ιδέα να ρισκάρουν να μείνουν κάτω από στέγη.[4]

Η περιγραφή των Ούννων όπως δίνεται από τους Ρωμαίους έχουν κάνει τους ιστορικούς να πιστεύουν ότι κατάγονταν από την Ανατολική Ασία. Ο Ντένις Σίνορ, επισημαίνοντας τις ελλείψεις σε ανθρωπολογικά στοιχεία έγραψε ότι » δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί η βασική ακρίβεια των δυτικών περιγραφών και η απουσία μαζικών αποδεικτικών στοιχείων από τη φυσική ανθρωπολογία, δεν μπορεί να αποδυναμώσει τα τόσο καταφανή σημεία τους. Το ασυνήθιστο προσελκύει την περισσότερη προσοχή.».[5]Εντούτοις ο Αυστριακός περιηγητής Μένχεν-Χέλφεν έγραψε τον 20ό αιώνα : » Η περιγραφή του Αμμιανού αρχίζει με μια παράξενη παρανόηση… Αυτή επαναλήφθηκε από τον Κλαυδιανό και το Σιδώνιο και στη συνέχεια από τον Κασσιόδωρο. Η εξήγηση του Αμμιανού για τις λεπτές γενειάδες είναι λανθασμένη. Οπως πολλοί άλλοι λαοί, οι Ούννοι αυτοτραυματίζονταν σε ένδειξη πένθους, όταν πέθαιναν συγγενείς τους.

Στις 27 Ιουλίου 1900, κατά την Εξέγερση των Μπόξερς στην Κίνα, ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄ της Γερμανίας έδωσε διαταγή για ανηλεή δράση κατά των εξεγερθέντων : «Δεν θα επιδειχθεί έλεος, αιχμάλωτοι δεν θα συλληφθούν. Οπως πριν χίλια χρόνια οι Ούννοι υπό τον Αττίλα κέρδισαν τη φήμη δύναμης που επιβιώνει σε θρύλους, έτσι θα γίνει και με το όνομα της Γερμανίας στην Κίνα, ώστε κανένας Κινέζος να μην τολμήσει ποτέ ούτε να λοξοκοιτάξει Γερμανό».

Ο όρος «Ούννοι» από αυτή την ομιλία χρησιμοποιήθηκε αργότερα για τους Γερμανούς από τη Βρετανικήπροπαγάνδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σύγκριση υποβοηθήθηκε από το ενισχυμένο κράνοςPickelhaube, που φορούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες μέχρι το 1916, που παρέπεμπε σε απεικονίσεις αρχαίων Ουννικών κρανών. Η χρήση αυτή, τονίζοντας την ιδέα ότι οι Γερμανοί ήταν βάρβαροι, ενισχύθηκε από τη Συμμαχική προπαγάνδα σε όλο τον πόλεμο. Ο Γάλλος στιχουργός Τεοντόρ Μποτρέλ περιέγραψε τον Κάιζερ ως «Αττίλα, αμετανόητο», που εξαπέλυε «ορδές κανιβάλων».

H χρήση του όρου «Ούννοι» για να περιγράψει τους Γερμανούς επανήλθε στο προσκήνιο στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για παράδειγμα ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είπε το 1941 σε ραδιοφωνική ομιλία : «Υπάρχουν λιγότεροι από 70.000.000 κακοήθεις Ούννοι, μερικοί από τους οποίους είναι θεραπεύσιμοι και οι άλλοι για σκότωμα, που οι περισσότεροί τους καταπιέζουν Αυστριακούς, Τσέχους, Πολωνούς και τα πολλά άλλα αρχαία έθνη, που τώρα τρομοκρατούν και λεηλατούν». Αργότερα την ίδια χρονιά ο Τσώρτσιλ αναφέρθηκε στην εισβολή στη Σοβιετική Ενωση ως «τις υπάκουες, κτηνώδεις μάζες των Ούννων στρατιωτών, που προχωράνε σαν ένα σμήνος από έρπουσες ακρίδες». Την εποχή εκείνη ο Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ αναφέρθηκε επίσης στο Γερμανικό λαό με αυτό τον τρόπο, λέγοντας ότι μια Συμμαχική εισβολή στη Νότια Γαλλία θα ήταν ασφαλώς «επιτυχής και μεγάλη βοήθεια στονΑϊζενχάουερ για να εκδιώξει τους Ούννους από τη Γαλλία». Πάντως η χρήση του ήταν λιγότερο διαδεδομένη από ότι στον προηγούμενο πολεμο. Τα Βρετανικά και Αμερικανικά στρατεύματα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούσαν συχνότερα τον όρο «Τζέρι» ή «Κράουτ» για τους Γερμανούς αντιπάλους.

Δείτε ένα βίντεο με ελληνικούς υπότιτλους