Το κύτταρο του γερμανικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο

279 0
Η γερμανική διμοιρία πεζικού αποτελείτο από τέσσερις ομάδες μάχης, ομάδα διοίκησης και ομάδα ελαφρού όλμου. Η ομάδα αποτελείτο από τον επικεφαλής ομαδάρχη, ο οποίος έφερε συνήθως τον βαθμό του λοχία ή του δεκανέα και εννέα άνδρες, εκ των οποίων ο ένας ήταν βοηθός του ομαδάρχη.
Ο ομαδάρχης ήταν οπλισμένος με υποπολυβόλο ΜΡ-38 και αργότερα ΜΡ-40. Έφερε έξι γεμιστήρες των 32 φυσιγγίων, κιάλια, κόπτη συρματοπλέγματος, πυξίδα και φακό. Ο ομαδάρχης διοικούσε την ομάδα, κατεύθυνε τα πυρά των ανδρών του και ειδικά του ελαφρού πολυβόλου, που αποτελούσε το βασικό της όπλο. Επίσης ήταν υπεύθυνος για την εκπαίδευση και την συντήρηση του οπλισμού των ανδρών του.
Η ομάδα χωριζόταν σε δύο ημιομάδες. Η ημιομάδα του πολυβόλου αποτελείτο από τρεις άνδρες, έναν πολυβολητή και δύο βοηθούς. Ο πολυβολητής έφερε επίσης πιστόλι, πτυοσκάπανο και φακό. Το πολυβόλο ήταν τύπου MG 34 ή αργότερα MG 42. Με το πολυβόλο φερόταν τυμπανοειδής γεμιστήρας των 50 φυσιγγίων ή οι αντίστοιχες ταινίες.
Ο πρώτος βοηθός έφερε επίσης πιστόλι, τέσσερις γεμιστήρες ή ταινίες για το πολυβόλο (200 φυσίγγια), ένα κυτίο με 300 επιπλέον φυσίγγια και πτυοσκάπανο και ανταλλακτική κάννη για το πολυβόλο. Ο δεύτερος βοηθός έφερε τυφέκιο, μια ακόμα ανταλλακτική κάννη για το πολυβόλο, πτυοσκάπανο και δύο κυτία έκαστο με 300 φυσίγγια.
Ο πολυβολητής ήταν υπεύθυνος για τον χειρισμό, αλλά και την συντήρηση του πολυβόλου του. Ο πρώτος βοηθός βρισκόταν πάντα στο πλευρό του πολυβολητή εξασφαλίζοντας την τροφοδοσία του όπλου με πυρομαχικά, αλλάζοντας την κάννη σε περιπτώσεις υπερθέρμανσης, αλλά και μικροεπισκευών. Ο δεύτερος βοηθός ήταν ο κατεξοχήν υπεύθυνος για την τροφοδοσία του πολυβόλου με πυρομαχικά.
Η δεύτερη ημιομάδα, γνωστή ως ημιοάδα τυφεκιοφόρων, υποστήριξης ή ελιγμού, αποτελείτο από έξι άνδρες και διοικείτο από τον βοηθό ομαδάρχη. Κάθε άνδρες έφερε το ατομικό του τυφέκιο και τα ανάλογα πυρομαχικά, πτυοσκάπανο και χειροβομβίδες. Αναλόγως της αποστολής εφοδιάζονταν με καπνογόνες χειροβομβίδες, εκρηκτικά γεμίσματα, επιπλέον πυρομαχικά για τους ίδιους και το πολυβόλο ή και τρίποδα για το όπλο αυτό.
Αποστολή της ημιομάδας τυφεκιοφόρων ήταν, εκμεταλλευόμενη το πυρ του πολυβόλου, να προσεγγίσει τις εχθρικές θέσεις και να καταστρέψει τον αντίπαλο είτε με απευθείας έφοδο, είτε με κυκλωτικό ελιγμό. Ο βοηθός ομαδάρχη λειτουργούσε επίσης ως σύνδεσμος με τον διοικητή της οικείας διμοιρίας και με τις άλλες ομάδες.
Η ομάδα μάχης μπορούσε να αναπτυχθεί σε φάλαγγα κατ’ άνδρα, σε πυκνό σχηματισμό, σε διάταξη ακροβολισμού ή γραμμής και κλιμακωτά δεξιά ή αριστερά. Η φάλαγγα κατ’ άνδρα ήταν κυρίως σχηματισμός προσπέλασης, αλλά και διέλευσης από δύσκολο έδαφος ή κατοικημένη περιοχή. Με το πολυβόλο μπροστά, η ομάδα μπορούσε να αντιμετωπίσει άμεσα εχθρικές αντιστάσεις, ενώ οι τυφεκιοφόροι μπορούσαν να ελέγχουν τα πλευρά της μικρής τους φάλαγγας.
Ο ομαδάρχης βάδιζε πρώτος ακολουθούμενος από την ημιομάδα πολυβόλου με τον πολυβολητή αμέσως πίσω του ώστε, σε περίπτωση ανάγκης, να μπορεί να βάλλει εναντίον κάθε εχθρικής αντίστασης. Ακολουθούσε η ημιομάδα τυφεκιοφόρων με τον βοηθό ομαδάρχη να βαδίζει τελευταίος.
Σε πυκνό σχηματισμό η ομάδα βάδιζε σε τριάδες με την ημιομάδα του πολυβόλου να προηγείται. Ο πολυβολητής βάδιζε δεξιά ή αριστερά, αναλόγως της τακτικής κατάστασης, έχοντας στο πλευρό του πάντα τον ομαδάρχη ο οποίος κατεύθυνε τα πυρά του. Ακολουθούσαν σε δύο τριάδες οι τυφεκιοφόροι, με τον βοηθό ομαδάρχη να βαδίζει αντιδιαμετρικά με τον ομαδάρχη, ως ουραγός.
Ο σχηματισμός αυτός χρησιμοποιείτο για την εκτέλεση εφόδου και προσέδιδε βάθος στην ομάδα και άρα και ισχύ κρούσης. Σε διάταξη ακροβολισμού (γραμμή) η ομάδα μπορούσε να μεταπέσει κατευθείαν από τον σχηματισμό της φάλαγγας κατ’ άνδρα. Ο ομαδάρχης προηγείτο αναγνωρίζοντας το έδαφος.
Πίσω του ακριβώς ακολουθούσε η ημιομάδα του πολυβόλου και τρεις τυφεκιοφόροι κάλυπταν έκαστη πτέρυγα με τον βοηθό ομαδάρχη να καλύπτει το ένα από τα δύο άκρα της παράταξης. Με τον σχηματισμό αυτό η ομάδα μπορούσε να βάλλει κατά του εχθρού με το σύνολο των όπλων της.
Η κλιμάκωση της ομάδας δεξιά ή αριστερά αποτελούσε σχηματισμό κάλυψης του εκάστοτε πλευρού. Η ημιομάδα του πολυβόλου αποτελούσε το ένα πλευρό της διάταξης με την άλλη ημιομάδα να κινείται κλιμακωτά, στην επιλεγμένη κατεύθυνση. Σε αυτόν τον σχηματισμό η ομάδα επίσης μπορούσε να βάλλει με όλα της σχεδόν τα όπλα κατά του αντιπάλου, αναπτυσσόμενη, σε ελάχιστο χρόνο σε γραμμή.
Η μόνη διαφορά από τον κανονικό σχηματισμό γραμμής ήταν ότι το πολυβόλο ήταν ταγμένο σε ένα εκ των δύο πλευρών και όχι στο κέντρο της διάταξης.
Οι σχηματισμοί αυτοί ήταν οι βασικοί αλλά μπορούσαν να μεταβληθούν αναλόγως των τακτικών συνθηκών. Συνήθως οι άνδρες αναπτύσσονταν σε απόσταση 3,5-4 μ. ο ένας από τον άλλο κατά την κίνηση. Κατά την άμυνα η ομάδα αναπτυσσόταν, πάλι βάσει των τακτικών συνθηκών, με την ημιομάδα του πολυβόλου να αποτελεί το στήριγμα της άμυνας και τους τυφεκιοφόρους να την καλύπτουν.
Αρχικά στην ομάδα μάχης δεν διατίθεντο αντιαρματικά όπλα. Κατά περίπτωση πάντως μπορούσαν να διατεθούν αντιαρματικά τυφέκια, ή αργότερα φορητοί αντιαρματικοί εκτοξευτές, κοίλα γεμίσματα και νάρκες.
H γερμανική ομάδα μάχης, καθώς ο πόλεμος προχωρούσε, μετεξελίχθηκε αναλόγως. To 1943 η ομάδα αποτελείτο πλέον από εννέα άνδρες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις της διατέθηκε και δεύτερο πολυβόλο – κυρίως στις ομάδες μάχης των Γρεναδιέρων Πάντσερ – ενώ συγκροτήθηκαν και ομάδες μάχης «εφόδου» με τους άνδρες τους εξοπλισμένες μόνο με υποπολυβόλα και χειροβομβίδες. Επίσης οι τυφεκιοφόροι εφοδιάστηκαν και με τυφέκια εφόδου MP 43 και StG 44. Στις περιπτώσεις αυτές η διάκριση μεταξύ ημιομάδας πολυβόλου και τυφεκιοφόρων καταργήθηκε και η ομάδα, με δύναμη εννέα ανδρών, αποτελείτο από δύο ημιομάδες πυρός (πολυβόλα) και μια ημιομάδα μάχης.